«Σκιές στο χωριό της Σιωπής» – Ιστορικό αφήγημα του Μπάμπη Κοιλιάρη για την ίδρυση του Λωβοκομείου



Η ίδρυση του Λωβοκομείου 1378
Ένα Ιστορικό Αφήγημα του Μπάμπη Κοιλιάρη

« … Ο άνεμος σφύριζε στις πολεμίστρες της Κωνσταντινούπολης, φέρνοντας μαζί του την
πνιγηρή μυρωδιά του αίματος και του καμένου ξύλου. Ο Ανθέμιος, ένας άνδρας αρμενικής
καταγωγής, κάποτε στρατιώτης της Αυτοκρατορίας, κείτονταν σ’ ένα σκιερό σοκάκι,
πληγωμένος, με το σώμα του ήδη καταβεβλημένο από την ταλαιπωρία του πολέμου.
Ο θάνατος ήταν το μόνο μέλλον που του επιφύλασσαν οι αρχές. Ήταν καταδικασμένος….»

ΤΑ ΟΡΘΙΑ ΠΤΩΜΑΤΑ

Δύο μήνες πριν, οι μάχες είχαν σταματήσει προσωρινά μέχρι να ανασυνταχθούν οι στρατιές. Καινούργιες ενισχύσεις πέρασαν μπροστά για να κρατήσουν την άμυνα στα υψώματα της Θράκης. Να κρατήσουν τις θέσεις που κερδίθηκαν στις τελευταίες μάχες. Η Αδριανούπολη πέρασε στα χέρια των
Οθωμανών.
Η κούραση πήρε την θέση του σθένους και της παληκαριάς. Το ηθικό είχε πέσει προ πολλού. Τότε που ανακοινώθηκε ότι δεν υπήρχαν άλλα τρόφιμα για το στράτευμα. Κακή διαχείριση στην διοικητική μέριμνα. Κακή διαχείριση στο κράτος, γιατί το ψάρι βρωμάει από το κεφάλι. Οι Σέρβοι και οι Βούλγαροι βρισκόταν επίσης σε αποσύνθεση. Από που να περιμένει βοήθεια κανείς;
Τέλος πάντων τώρα όλοι γυρίζουν πίσω. Όσοι έμειναν ζωντανοί. Ολόκληροι, μισοί, λαβωμένοι, κουρασμένοι. Μια στρατιά από ολόρθα πτώματα. Άνθρωποι που βογκάνε, κλαίνε, σέρνονται, αφήνοντας πίσω τους ένα βαθύ αυλάκι πόνου και αγωνίας.
Ο αυτοκράτορας, ο Ιωάννης Παλαιολόγος πήγε στη Ρώμη για βοήθεια αλλά, μάταια βαπτίστηκε καθολικός. Μηδέν!! Μια αβεβαιότητα πλανιέται πάνω από την πόλη. Ένα σκούρο σύννεφο σκόνης και κάπνας σκεπάζει τα τείχη. Στο βάθος φαινόταν φωτιές να καίνε. Ο βορινός αέρας έφερνε κατά δω έντονη μυρουδιά πτωμαΐνης. Η πάλαι ποτέ, τεράστια Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, είχε περιοριστεί σε μερικά εδάφη γύρω από την Κωνσταντινούπολη.
Η νύχτα άπλωνε ολοένα και πιο σκούρες διαφάνειες παντού. Ο αέρας ψυχρός, πάγωνε το πρόσωπο, τα χέρια και την καρδιά. Η ομίχλη εμπόδιζε την όραση και τα έκανε όλα να κινούνται αργά. Ένα μικρό απόσπασμα μισθοφόρων βαδίζει με κόπο, γεμάτο τραύματα και σκόνη, από τις θρακικές πεδιάδες προς την Πρωτεύουσα.
«Ο άνεμος έχει γεύση σιδήρου, σαν το αίμα του Αλή στον Έβρο.» Μουρμούρισε ο Ανθέμιος. «Σύντροφοι, πόσα χιλιόμετρα κάναμε από την Καλλίπολη; Ήμασταν διακόσιοι. Γυρίσαμε είκοσι εφτά. Κι ούτε ένας Ρωμιός ανάμεσά μας… μόνο Αρμένιοι, Καταλανοί και δυο μισοπνιγμένοι Βλάχοι.»
Μια φωνή απειλητική τους σταμάτησε λίγα μέτρα πριν την πύλη.


«Στάσου! Μην πλησιάζεις άλλο! Έχεις τη σφραγίδα του στρατοπέδου;» Ήταν ο επικεφαλής της φρουράς.
«Μα… καίγομαι. Το πόδι μου μυρίζει θάνατο!» Απάντησε ο κουρασμένος μισθοφόρος.
«Είναι Διαταγή!» επέμεινε ο φρούραρχος. Όσοι επιστρέφουν απ’ τις σφαγές της Θράκης, μπαίνουν καραντίνα στο παλιό μοναστήρι έξω από τα τείχη. Η «λώβα» λένε πως γυρνά μαζί μ’ εσάς τους τραυματίες.
Ο Ανθέμιος γύρισε και κοίταξε το πόδι του. Ελπίζοντας ότι είναι μια απλή λαβωματιά, γύρισε και κατευθύνθηκε προς το μοναστήρι του Αγίου Θεοδώρου. Το μοναστήρι της καραντίνας. Κάθισαν όλοι να ξαποστάσουν δίπλα σε μια μικρή πηγή, που η βρύση της επέμενε να τρέχει καθάριο νερό, παρά την δυσωδία της ατμόσφαιρας.
«Δώστε μου λίγο νερό… να ξεπλύνω το αίμα των αδερφών μου. Εγώ ήρθα να πολεμήσω για τον χρυσό του Αυτοκράτορα. Μα πίσω του, τι βρίσκω; Τείχη και φόβο…» φώναξε ο Ανθέμιος στους στρατιώτες που τους εμπόδιζαν την επιστροφή.
Στη συνέχεια, ξεδίπλωσε τις φασκιές απ’ το πόδι του και κοίταξε τις πληγές. Δίπλα του ο συμπολεμιστής του ο Αλοΐσιος είδε για πρώτη φορά το πόδι του Αρμένιου μισθοφόρου και έντρομος έτρεξε προς τους στρατιώτες.
«Λέπρα!!» Τους φώναξε από μακριά. «Λέπρα!!» Επανέλαβε δυο τρεις φορές. Οι στρατιώτες έσπρωξαν τον Αλοΐσιο στο πλάι και βάδισαν προς το μέρος του Ανθέμιου. Τους ακολούθησαν δυο μοναχοί. Ήταν γιατροί και φορούσαν υφασμάτινες μάσκες ποτισμένες στο ξύδι. Πλησίασαν τον Ανθέμιο. Ο ένας κρατούσε φανάρι με ένα αναμμένο κερί που έλαμπε στο σκοτάδι από μακριά.
«Τα σημάδια είναι καθαρά. Ρωγμές στα χείλη, απολέπιση στα άκρα… Δε χρειάζεται να δω κάτι άλλο. Είναι Λέπρα.» Είπε ο πρώτος. Οι άλλοι μοναχοί συμφώνησαν απόλυτα. Ο Ανθέμιος, αν και έβλεπε τις πληγές του να μην κλείνουν, πίστευε ότι είναι κάτι άλλο.
«Όχι Λέπρα!! Όχι!! Φώναξε…» Δεν το χωρούσε το μυαλό του.
Αν ήταν Λέπρα τότε ο θάνατος ήταν το μόνο μέλλον που το επεφύλασσαν οι αρχές. Ήταν καταδικασμένος σε θάνατο. Η θανάτωση των λεπρών ήταν φρικτή.
Επειδή δεν ήθελαν να πιούν το εκχύλισμα Κωνίου, συνήθως, τους σκότωναν με σπαθί ή τους έπνιγαν ανοιχτά του Ελλήσποντου, ρίχνοντάς τους από ένα καράβι χωρίς σημαία.
Ο Ανθέμιος βρήκε το κουράγιο, κοίταξε τους καλόγερους και τους είπε με δάκρυα στα μάτια…
«Έζησα ως στρατιώτης. Μα δε θα πεθάνω σαν σκιά μέσα στις σκιές. Θέλω να με πάτε μια νύχτα κάτω απ’ τα τείχη… να αγγίξω την πέτρα της Πόλης που φύλαξα.
Μέσα σ’ αυτήν την πόλη ζουν τα δυο μου παιδιά, που τόσο λαχταρώ να δω άλλη μια φορά. Να νιώσω τις καρδούλες τους να χτυπούν, να ακούσω να με φωνάζουν πατέρα. Ζει η γυναίκα μου η Ειρήνη, που πολεμά για να επιβιώσει με τα πενιχρά μέσα που προσφέρει το κράτος στις οικογένειες των στρατιωτών. Αυτή είναι πραγματική ηρωίδα!!»


Οι μοναχοί δάκρυσαν με τα λόγια του άμοιρου πατέρα και του υποσχέθηκαν ότι θα βρουν τη γυναίκα και τα παιδιά του, για να τους μεταφέρουν το μήνυμά του.
Ήταν το μόνο που μπορούσαν να κάνουν.
Οι στρατιώτες όμως φάνηκαν αμείλικτοι, κάτω από τις διαταγές των ανωτέρων τους. Με την απειλή των όπλων, ανάγκασαν τον Ανθέμιο να πλησιάσει στο μοναστήρι και να μπει σε μια σκοτεινή φυλακή, που έκλεινε μια βαριά καγκελόπορτα.
Εκεί γνώρισε έναν γίγαντα τον Δημήτριο. Είχε κι αυτός Λέπρα και ήταν νησιώτης, από την Τένεδο. Ένας εξαίρετος χαρακτήρας, που έδινε κουράγιο σε όλους. Ήταν ευτύχημα να τον έχουν. Μοίραζε αισιοδοξία και θετική ενέργεια στην ομάδα. Η κάθε σκέψη για να δραπετεύσουν από εκεί, ξεθώριαζε πριν σχηματιστεί στο μυαλό.
Μαζί με τον Ανθέμιο στο ίδιο μπουντρούμι ήταν τέσσερις Αρμένιοι, τρεις Λατίνοι, ένας γέρος Βυζαντινός, δύο γυναίκες με τα παιδιά τους κι άλλοι οκτώ από διάφορες φυλές. Όλοι καταδικασμένοι σε θάνατο.
Βρήκε ο καθένας τους μια ήσυχη γωνιά, για να ξεκουράσουν τα ταλαιπωρημένα κορμιά τους και αφέθηκαν στις σκέψεις τους. Ένας πυρσός, αρκετά μέτρα έξω από τη φυλακή, έστελνε το αμυδρό του φως, για να λάμψουν τα χαμηλωμένα μάτια, τα βουρκωμένα με δάκρυα απελπισίας. Μόλις ο Ανθέμιος
έκλεινε τα μάτια του, έβλεπε τα παιδιά του, να του φωνάζουν και την καλή του γυναίκα να τον καλεί κοντά τους. Ξεπεταγόταν ο νεαρός μισθοφόρος, αλλά και πάλι τον έκλεβε για λίγο ο Μορφέας, για να τον ταξιδέψει στον κόσμο του ονείρου και της φαντασίας.
Όμως, η μοίρα είχε άλλα σχέδια. Μια αγκωνιά στο πλευρό, τον έκανε να πεταχτεί. Ήταν ο Δημήτριος, που του έδειξε ίσια προς τον πυρσό στο προαύλιο.
Μέσα στη νύχτα, σκιές με μοναχικά ενδύματα πλησίασαν σιωπηλά την καγκελόπορτα. Ήταν ο ηγούμενος Θεόδωρος, άνθρωπος με πίστη και θάρρος. Δεν μπορούσε να αφήσει αυτούς τους ανθρώπους στο έλεος των σκληρών νόμων. Οι μοναχοί αυτοί, ήταν συνεχιστές του έργου του Αγίου Ζωτικού, προστάτη των ορφανών και των λεπρών. Έπρεπε οι λεπροί να φύγουν πριν το ξημέρωμα, αλλιώς κινδύνευαν όλοι.
Οι καλόγεροι τους πληροφόρησαν ότι θα φυγαδευτούν με πλοίο προς άγνωστη κατεύθυνση. Όμως οι πνιγμοί; Ο Ηγούμενος τους κάλεσε πιο κοντά στην πόρτα για να μην ακούν όλοι και κυρίως οι στρατιώτες. Τους είπε λοιπόν ότι ο καπετάνιος έχει χρηματιστεί για να μην κρατήσει την γνωστή διαδικασία των πνιγμών. Θα συνεχίσει με πορεία το πιο κοντινό νησί, όπου θα αφήσει τους λεπρούς,
ελεύθερους. Τουλάχιστον υπάρχει μια μικρή ελπίδα να ζήσουν. Ο Ανθέμιος ήθελε τόσο πολύ να ξαναδεί τα παιδιά του και την καλή του.


Η ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΜΟΥΧΛΑ

Με την ελπίδα ότι θα τηρηθεί η συμφωνία, ξεκίνησαν νύχτα για τον Κεράτιο Κόλπο, όπου τους περίμενε μια Καραβία. Ένα δικάταρτο με Βουλγάρικη σημαία που μετέφερε σιτάρι. Είκοσι ανθρώπινες ψυχές ανέβαιναν τη σανίδα του καραβιού χωρίς να ξέρουν το μέλλον τους. Τα πρόσωπά τους ανέκφραστα κοιτούσαν στο βάθος χωρίς να ανοιγοκλείνουν τα μάτια. Σαν μαγεμένοι, σαν να βρίσκονται σε ύπνωση.
Μόλις ανέβηκε και ο τελευταίος επιβάτης, ο καπετάνιος έδωσε σινιάλο να λύσουν τα σκοινιά. Τα πανιά φούσκωσαν, δίνοντας ώθηση στο σκαρί να απομακρυνθεί γρήγορα από τα στενά.
Το σκοτάδι ήταν βαθύ και στο αμπάρι που μύριζε έντονα μούχλα, δεν υπήρχε ούτε ένα λυχνάρι για να μπορούν να δουν ο ένας στον άλλο. Ο Δημήτριος παρηγορούσε τις γυναίκες που έκλαιγαν συνεχώς. Πέρασαν αρκετές ώρες.
Επιτέλους… από κάποιες χαραμάδες μπήκαν λίγες ηλιαχτίδες, που έδωσαν ελπίδα.
Μετά από λίγο φαίνεται το πλοίο να άραξε, αφού σταμάτησε να κλυδωνίζεται. Το αμπάρι άνοιξε και ένας τύπος φώναξε δυο άτομα να ανέβουν επάνω. Ύστερα το ξανάκλεισαν με φόρα.
«Γιατί τους ανέβασαν άραγε; Φτάσαμε σε ακτή κάποιου νησιού; Γιατί δεν βγαίνουμε όλοι τότε;» Οι υπόλοιποι στο αμπάρι έμειναν σιωπηλοί περιμένοντας με αγωνία για την έκβαση των πραγμάτων. Τα τεντωμένα αφτιά τους αντικαθιστούσαν όλες τις άλλες αισθήσεις που είχαν ατροφήσει μέσα στο μουχλιασμένο βρώμικο αμπάρι της Καραβίας, του Βουλγάρικου εμπορικού πλοίου. Ύστερα ακούστηκαν
φωνές και τσακωμοί στο κατάστρωμα, που ακολούθησαν μεταλλικοί ήχοι σπαθιών. Τι να συμβαίνει άραγε στο κατάστρωμα; Πέρασε αρκετή ώρα και η αγωνία είχε κορυφωθεί.
Ώσπου άνοιξε πάλι η πόρτα του αμπαριού, για να ξεχυθούν πίσω οι δύο σύντροφοι. Όλοι έτρεξαν να ακούσουν τι συνέβη. Ήταν έντρομοι από αυτό που είδαν να συμβαίνει στο κατάστρωμα. Ο ένας ο Γρηγόριος, κατάφερε να ψελλίσει λίγα λόγια και ο άλλος απλά κουνούσε το κεφάλι επιβεβαιώνοντας το αληθές των λόγων του πρώτου.
«Ο καπετάνιος του πλοίου…» είπε ο Γρηγόριος, «…επέμενε να τηρήσει τη συμφωνία με το κράτος. Δηλαδή να μας πνίξει όλους, όπως διατάζει ο Αυτοκράτορας. Διέταξε λοιπόν να δέσουν πέτρες στα πόδια μας και να μας φουντάρουν στα ανοιχτά. Όμως ο λοστρόμος είχε διαφορετική γνώμη, αφού ήξερε
ότι όλο το πλήρωμα είχε λάβει χρήματα από τους μοναχούς για να μην συμβεί αυτό.
Όλοι πήγαν με το μέρος του. Έτσι, έβγαλαν τα σπαθιά και έκλεισαν τον καπετάνιο στην καμπίνα του. Αμέσως ξεκινήσαμε για τα νότια.»
«Ανταρσία λοιπόν! Αυτό ήταν πολύ επικίνδυνο γιατί, όταν επιστρέψουν θα δικαστούν και θα θανατωθούν. Ας ελπίσουμε ότι δεν θα συμβεί αυτό και όλα θα πάνε καλά.» Ο Γρηγόριος μετά βίας στεκόταν στα πόδια του μετά από όσα είδε και άκουσε πριν λίγο στο κατάστρωμα. Του διέλυσαν την ψυχή αφού είδε το θάνατο με τα μάτια του. Ο Δημήτριος ανέλαβε να τον καθησυχάσει και όλοι κάθισαν στις θέσεις τους.
Το ταξίδι στη θάλασσα ήταν επίπονο. Τα κύματα χτυπούσαν το σκαρί που έτριζε, ενώ ο Ανθέμιος πάλευε με τις σκέψεις των παιδιών και της γυναίκας του.
Γύρισε για μια στιγμή και κοίταξε τα γυναικόπαιδα και το γέροντα. Βρήκε στον τορβά του ένα παξιμάδι και το έδωσε στα παιδιά, που το άρπαξαν στο στόμα με μανία.
Έκλαιγε βλέποντας τα να ροκανίζουν το νοτισμένο παξιμάδι. Σαν να ήταν τα παιδιά του.

Πέρασε μια μέρα και το πλήρωμα άνοιξε την καταπακτή. Κατέβασαν τρόφιμα
και νερό για όλους. Επί τέλους, πήραν λίγο καθαρό αέρα και στυλώθηκαν με το
φαγητό. Το ταξίδι κράτησε άλλες δυο μέρες με νότια κατεύθυνση. Δεν ήξεραν που
πάνε αν και μερικοί πίστευαν ότι κατευθύνονται στη Χίο.


Η ΣΠΗΛΙΑ ΠΟΥ ΣΤΑΛΑΖΕ ΓΑΛΑ

Όταν το πλοίο άραξε στο λιμάνι, αποβιβάστηκαν όλοι. Μετά από τρεις μέρες ταξίδι, πατούσαν μια ξένη γη που κανείς δεν μπορούσε να μαντέψει πόσο φιλόξενη θα ήταν. Εκεί τους περίμενε μια ομάδα μοναχών από την μονή Μουντών. Ήταν ο πατήρ Νείλος και άλλοι δύο, που τους έδωσαν στεγνά ρούχα και τροφή. Οι καλόγεροι τους είπαν πως βρισκόταν πράγματι στη Χίο και στο μικρό λιμάνι της Βολισσού. Τους εξήγησαν ότι εδώ φέρνουν συχνά λεπρούς από την Κωνσταντινούπολη.
«Εδώ και χίλια χρόνια συμβαίνει αυτό» τους είπαν οι καλόγεροι. «Η περιοχή είναι γεμάτη λεπρούς και οι κάτοικοι δυσανασχετούν στην παρουσία τους.»
Τους έδωσαν λοιπόν οδηγίες πώς να προχωρήσουν προς τα ενδότερα. Δεν μπορούσαν να τους κρατήσουν κοντά στο λιμάνι, γιατί η αρρώστια τους θα προκαλούσε πανικό. Αν πήγαιναν σε μικρότερα χωριά, θα έβρισκαν πιο εύκολα καταφύγιο. Εκεί που δεν υπάρχει κεντρικός έλεγχος από την εξουσία του νησιού. Τη Μαόνα.
Σε λίγο είδαν σύσσωμο το πλήρωμα να εγκαταλείπει το πλοίο. Ο λοστρόμος πλησίασε τον πατέρα Νείλο και του έδωσε ένα κλειδί. Ήταν το κλειδί της καμπίνας του πλοίου. Του ζήτησε να τον ελευθερώσει τον Καπετάνιο, αφού πρώτα εξαφανιστούν ο ίδιος και οι ναύτες. Δεν ήθελαν ούτε να τον δουν τα μάτια τους.
Ο Ανθέμιος προχώρησε με μια ομάδα προς τα βορειοδυτικά. Μαζί του ήταν και ο Δημήτριος. Περιπλανήθηκε στα βόρεια χωριά της Χίου για μέρες. Οι περισσότεροι χωρικοί τους έδιωχναν αλλά υπήρχαν και λιγοστοί που τους λυπόταν και τους έδιναν τροφή. Τους κοίμιζαν στους αχυρώνες και τους στάβλους με τα ζώα.
Μέχρι που έφτασαν σ’ ένα χωριό, που ήταν χτισμένο πάνω σ’ ένα βράχο με σπηλιές.
Ήταν ο Άγιος Θαλένης. Μέσα στις σπηλιές υπήρχαν σταλακτίτες που στάλαζαν ένα λευκό υγρό σαν γάλα. Το Άγιο Γάλα… που πολλοί πίστευαν πως έχει θεραπευτικές ιδιότητες.
Εκεί λοιπόν ο Δημήτριος γνώρισε τη Βλαχέρνα, μια νεαρή λεπρή, κόρη αξιωματούχου από την Κωνσταντινούπολη που είχε απομονωθεί από την οικογένειά της. Η Βλαχέρνα έπινε εδώ και καιρό από το Άγιο Γάλα και είχε κάποια αποτελέσματα. Ήταν σχεδόν καλά! Η συνάντησή της με το Δημήτριο γέννησε αμέσως ένα αμοιβαίο αίσθημα συντροφικότητας. Μαζί, αποφάσισαν να αναζητήσουν
ένα μέρος που θα μπορούσαν να επιβιώσουν. Έμειναν εκεί τέσσερα χρόνια και είχαν αρχίσει να καλλιεργούν λαχανικά στο μικρό λιβάδι. Εξημέρωσαν και κατσίκια που τα έβοσκαν για να έχουν τροφή. Σιγά σιγά γινόταν ανεξάρτητοι.
Ένα πρωί ο Ανθέμιος που είχε βρει καταφύγιο στις σπηλιές, είδε από μακριά ένα άγημα με άλογα και πεζούς να πλησιάζει από την πλευρά του Μελανού χωριού, στα νότια. Ανήσυχος για τους άγνωστους ένοπλους επισκέπτες, κατέβηκε να ειδοποιήσει τους υπόλοιπους λεπρούς για να κρυφτούν. Είχαν μάθει ότι οι Γενοβέζοι που δυνάστευαν το νησί, είχαν εξαπολύσει κυνηγητό εναντίον των λεπρών. Κάποια
στιγμή θα έψαχναν κι αυτούς που κρυβόταν στα βόρεια. Έπρεπε λοιπόν να φυλαχτούν.


Οι πιο θαρραλέοι κρύφτηκαν μέσα στις καλαμιές και παρακολουθούσαν την
ένοπλη ομάδα που ολοένα πλησίαζε στο ρυάκι με το γάργαρο παγωμένο νερό. Εκεί
ξεπέζεψαν και άναψαν μια φωτιά. Οι κρυμμένοι λεπροί άκουγαν πολύ καλά τι έλεγαν
οι καβαλάρηδες. Ήταν Ρωμιοί από το Βυζάντιο και όχι Λατίνοι απ’ τη Γένοβα. Η
γλώσσα που μιλούσαν ήταν ελληνική. Με έκπληξη κατάλαβαν από τα λεγόμενά τους,
ότι ο επί κεφαλής ήταν ο πατέρας της Βλαχέρνας και την αναζητούσε. Ήταν βαθιά
λυπημένος που την άφησε να φύγει από την πόλη. Από τα ρούχα του φαινόταν ότι
ήταν υψηλόβαθμος αξιωματικός της κυβέρνησης.
Οι δυο παρατηρητές, έσπευσαν να ειδοποιήσουν τη Βλαχέρνα και το
Δημήτριο, για όσα είδαν και άκουσαν. Η νεαρή κοπέλα, μόλις πληροφορήθηκε τον
ερχομό του πατέρα της, ξέσπασε σε κλάματα. Δεν περίμενε πια ότι θα την
αναζητούσε κάποιος δικός της. Ο Δημήτριος έβλεπε να γυρίζει η ζωή του άνω κάτω.
Αυτά που έφτιαξαν ως τώρα οι δυο τους, να ακυρώνονται. Η Βλαχέρνα ήταν πια
υγιής, οπότε μπορούσε να γυρίσει στο σπίτι της.
Τα μάτια της κοπέλας έτρεχαν ασταμάτητα. Προφανώς τα συναισθήματα που
είχε εκείνη τη στιγμή μέσα της, να είχαν ανοίξει ένα ανελέητο πόλεμο. Γύρισε και
κοίταξε τον σύντροφό της με βλέμμα απελπισίας. Ο Δημήτριος για να την
καθησυχάσει την αγκάλιασε και τη φίλησε στα χείλη. Θέλει πολύ κουράγιο τούτη η
ώρα. Ύστερα ξεστόμισε κάποια λόγια που θα ράγιζαν και πέτρες. Ήξερε πολύ καλά
ποιο είναι το καλό της Βλαχέρνας και αυτό κυριάρχησε στην συνείδησή του.
«Πήγαινε καλή μου να βρεις τον πατέρα σου. Είμαι σίγουρος πως τον έχεις
αποθυμήσει όσο κι εκείνος εσένα» της λέει και την οδήγησε έξω από το κατάλυμά
τους, που ήταν ένας πρώην αχυρώνας στην ανατολική πλευρά του Άγιου Θαλένη.
Η κόρη έτρεξε στο λαγκάδι και βρέθηκε μπροστά στην ομάδα των βυζαντινών
στρατιωτών. Ο πατέρας της σηκώθηκε σπρωγμένος από το πατρικό ένστικτο. Αρχικά
δεν την γνώρισε όπως ήταν ντυμένη με τα φτωχικά κουρέλια. Εξ άλλου είχαν περάσει
και 6 χρόνια. Οι συνθήκες την άλλαξαν στο πρόσωπο και στο σώμα. Φυσικό ήταν να
μην την γνωρίσει.
Εκείνη πήρε την πρωτοβουλία να κάνει το πρώτο βήμα και να τον πλησιάσει.
Η συγκίνηση ήταν μεγάλη. Δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη. Μόνο με τα χείλη,
σχημάτισε την λέξη «Πατέρα» και αμέσως έτρεξε ο ένας στην αγκαλιά του άλλου.
Ένας κόμπος στάθηκε στο λαιμό του Δημητρίου, καθώς έβλεπε από μακριά την καλή
του να συνομιλεί τρυφερά με τον πατέρα της. Η νύχτα έπεσε βαθιά στο λαγκάδι του
Αγίου Θαλένη. Το θρόισμα των πλατάνων μαζί με τον ήχο του νερού, συμπλήρωναν
το θλιμμένο τραγούδι των τριζονιών, που ήξεραν πως το αγαπημένο ζευγάρι δεν θα
είναι για πολύ καιρό πια μαζί.
Η Βλαχέρνα γύρισε το πρωί στο κατάλυμά τους. Ο Δημήτριος καθόταν με
σβηστό το λυχνάρι και κοίταζε το πάτωμα. Μαζί του κι ο Ανθέμιος που του κρατούσε
συντροφιά σ’ αυτή την δύσκολη στιγμή. Ο αποχωρισμός του ζευγαριού ήταν
σπαρακτικός. Και οι δύο ήξεραν πως δεν μπορούσε να γίνει διαφορετικά. Ο πατέρας της ήρθε για να την πάρει από ‘δώ. Πως θα μπορούσε ο Δημήτριος να επιμείνει να
την κρατήσει μαζί του; Πως θα μπορούσε να της στερήσει την ανακτορική ζωή,
αντιπαραθέτοντας μια τρώγλη με πενιχρές ανέσεις και αβέβαιο μέλλον;


Ο πατέρας της νεαρής κόρης, ζήτησε επίμονα να τον γνωρίσει και όντως ο Δημήτριος ακολούθησε τη Βλαχέρνα στο ρυάκι. Στάθηκε σε απόσταση, μιας και οι στρατιώτες δεν τον άφησαν να πλησιάσει. Αφού οι δύο άνδρες κοιτάχτηκαν για λίγο στα μάτια, οι στρατιώτες παρέδωσαν στο Δημήτριο μια κάσα με χρυσά Κωνσταντινάτα, κάνοντας τα μάτια του να λαμπυρίζουν, ενώ αμέσως τα φρύδια του
έσφιξαν. Εκνευρισμένος λοιπόν, μίλησε πρώτος.
«Άρχοντα, δεν ξέρω καν το όνομά σου, ούτε το βαθμό σου στην ιεραρχία του κράτους. Η αγάπη μου για την κόρη σου είναι απέραντη, όσο ο ωκεανός. Αν τη χάσω, ο ωκεανός που έχω μέσα μου, δεν θα στερέψει. Θα μένει εκεί στον αιώνα.
Καμιά κάσα με χρυσά δεν θα τον λιγοστέψει, ούτε θα τον ξεχειλίσει. Μάζεψε λοιπόν τα Κωνσταντινάτα και να τα ξοδέψεις για εκείνη. Να περνάει καλά. Αυτό θα με ικανοποιήσει. Αυτό μόνο θέλω.»
Ο Βυζαντινός άρχοντας συγκινήθηκε από τα λόγια του νεαρού λεπρού.
Πλησίασε το Δημήτριο και σταμάτησε σε απόσταση τριών βημάτων απ’ αυτόν.
«Αγαπητέ, ξέρω τι θα πει χωρισμός από αγαπημένο πρόσωπο. Πρώτα μου πήραν την κόρη μου, όσο έλειπα στον πόλεμο. Μου είπαν για την αρρώστια της και τον βέβαιο πνιγμό της έξω από τον Ελλήσποντο. Έκλαψα γοερά και πόνεσα πολύ. Στη συνέχεια έχασα την αγαπημένη μου σύζυγο, που πέθανε με αυτό τον καημό. Η ζωή μου ξαναβρήκε νόημά όταν έμαθα πως η Βλαχέρνα ζει. Δεν θέλω να χάσω άλλη μέρα από τη ζωή μου.»
«Άρχοντα» απάντησε ο Δημήτριος. «Ποιος είμαι εγώ, που θα σου στερήσω αυτή την μεγάλη χαρά; Εγώ είμαι ένας στρατιώτης της αυτοκρατορίας. Την τίμησα με το σπαθί μου και το μόνο παράσημο που πήρα, ήταν η λέπρα και το κυνηγητό, που όπως γνωρίζεις παθαίνουν όλοι οι λεπροί. Είναι τύχη που ζω, όπως και η αγαπημένη κόρη σου. Άσε με λοιπόν να ζήσω με τις γλυκιές αναμνήσεις της και πάρε την στο παλάτι όπου ανήκει.»
«Είμαι ο πρωτοσπαθάριος του αυτοκράτορα.» Του αποκρίθηκε ο ευτυχισμένος γονιός. «Σου υπόσχομαι στην τιμή μου, να κάνω ότι μπορώ για να περάσετε όλοι καλύτερα. Αυτά τα φλουριά, αν δεν τα θέλεις για σένα, ξόδεψέ τα να χτίσεις ένα ναό, για να έχει πόρτα αυτή η σπηλιά όπου σταλάζει το Άγιο Γάλα. Και όλοι να μαθαίνουν την ιστορία τούτη, μόλις διαβαίνουν το κατώφλι της. Στην τιμή μου ορκίζομαι, ότι θα φροντίσω να ζήσετε όλοι οι λεπροί στο νησί, αξιοπρεπώς. Οι Γενοβέζοι που νοίκιασαν τη Χίο από εμάς, μας χρωστούν κάποιες χάρες και …. πολλά χρήματα.»
Ο Ανθέμιος άκουσε από κοντά όλη τη συνομιλία. Δεν ήξερε τι να πιστέψει απ’ όλα αυτά. Συμπαραστάθηκε στο φίλο του στις δύσκολες στιγμές του χωρισμού του.
Τον πήρε μέσα στη σπηλιά για να μη δει τη σύντροφό του να φεύγει.
Από τότε ο Δημήτριος έβαλε σκοπό της ζωής του να χτίσει την εκκλησία της Παναγίας της Αγιογαλούσσαινας. Φώναξε χτίστες, μαραγκούς, λιθοξόους και ζωγράφους και ξεκίνησαν να χτίζουν ένα λαμπρό ναό αφιερωμένο στη Βλαχέρνα.
Στην Παναγία…
Το πιο σπαραχτικό στο χωρισμό τους, ήταν ότι ο Δημήτριος δεν θα έβλεπε ποτέ… το παιδί του. Το παιδί που είχε στην κοιλιά της η αγαπημένη του και θα το γεννούσε στην πατρική της κατοικία. Μακριά του. Έβαλε λοιπόν τους ξυλογλύπτες να κάνουν όλα τα αγγελάκια του τέμπλου με εξογκωμένες τις κοιλιές τους να κυοφορούν, σαν να πρόκειται να γεννήσουν σύντομα.


ΤΑ ΚΟΥΡΕΛΙΑ ΤΉΣ ΨΥΧΗΣ

Ο Ανθέμιος έμαθε ότι στην πόλη υπήρχαν πολλοί λεπροί και υπέθεσε ότι θα ζούσαν καλά αφού θα περίσσευε φαγητό στα αρχοντικά και τα ταβερνεία του λιμανιού. Αποφάσισε λοιπόν να κινήσει μαζί με άλλους για την πόλη της Χίου. Εκεί που υπήρχε το μεγάλο λιμάνι. Ο Δημήτριος έμεινε πίσω για να τελειώσει το έργο που ανέλαβε.
Μετά από μια δύσκολη πορεία, μέσα από βουνά και λαγκάδια, έφτασαν στους πρόποδες του μεγάλου όρους, του Πελλιναίου. Οι κάτοικοι των χωριών τους έβλεπαν με φόβο και αποτροπιασμό. Δεν τους πρόσφεραν τροφή ούτε στέγη. Στην πείνα τους, αναγκαζόταν να τρώνε καρπούς και ρίζες. Σταδιακά, ερχόταν και άλλοι λεπροί από διάφορες περιοχές. Έγιναν μια περιπλανώμενη κοινότητα, απομονωμένοι από όλους. Πέρασαν άλλα τέσσερα χρόνια στα χωριά. Με βάση το χωριό Φυτά, που είχε αδειάσει από κατοίκους, εξορμούσαν στις γύρω περιοχές για να βρουν τροφή.
Ο καιρός περνούσε και μια μέρα η μικρή ομάδα λεπρών αποφάσισε να κατηφορίσει προς την πόλη. Η πορεία των σαράντα χιλιομέτρων ήταν γεμάτη δοκιμασίες. Το τοπίο ήταν αφιλόξενο και τα δένδρα λιγοστά. Το νερό ανύπαρκτο. Οι κοφτερές πέτρες έσχιζαν τα σανδάλια και μάτωναν τα πόδια των λεπρών, κάνοντας το βάδισμα αδύνατο. Οι πιο δυνατοί σήκωναν τους πληγωμένους στην πλάτη μέχρι
που να βρουν μια δροσιά ή ένα ξεροπήγαδο για να ξαποστάσουν.
Έπιαναν κατσίκια και έπιναν λίγο γάλα να ξεδιψάσουν, όμως οι βοσκοί από τις μάντρες τους πετούσαν πέτρες και τους κυνηγούσαν τα σκυλιά. Οι περισσότεροι πεινούσαν και αρρώσταιναν. Πολλοί πέθαιναν στο δρόμο και έμεναν άθαφτοι εκεί, τροφή για τα όρνια.
Τα βράδια γίνονταν συζητήσεις για το πού θα έβρισκαν τροφή και αν υπήρχε ελπίδα περίθαλψης στην πόλη. Άλλοι πρότειναν να ζήσουν ως ληστές στα βουνά.
Άλλοι πίστευαν ότι η Εκκλησία θα μπορούσε να τους βοηθήσει. Ο καλόγερος ο Νείλος είχε πεθάνει και στα Μουντά ήταν μόνο καλόγριες, που φοβόταν να βοηθήσουν.
Διέσχισαν όλο το τραχύ οροπέδιο και έφτασαν σ’ ένα απότομο γκρεμό. Η πόλη απλωνόταν στα πόδια τους. Η πρωτεύουσα. Το πως βρήκαν τη δύναμη να φτάσουν ως εδώ είναι ένα θαύμα. Ίσως τους έδινε κουράγιο και ελπίδα, πως στην πόλη η ζωή θα ήταν διαφορετική. Κατάφεραν να κατέβουν από κάποιους δρόμους που άνοιξαν τα κατσίκια και ξεχύθηκαν στα πεδινά και στον Κάμπο. Δυστυχώς μόνο οι μισοί κατάφεραν να φτάσουν ως εδώ.


Η Χίος, υπό την κυριαρχία των Γενοβέζων και της Μαόνα, ήταν τόπος εμπορίου και πλούτου, μα και αυστηρών νόμων. Οι λεπροί περιφέρονταν στις παρυφές της πόλης, ζητώντας ελεημοσύνη στα Χιώτικα αρχοντικά. Όμως οι Χιώτες αντιμετώπιζαν πολλά προβλήματα με τους δυνάστες. Η κατάσταση είχε γίνει
αφόρητη. Οι λεπροί περιφέρονταν στην πόλη και τα χωριά, σπέρνοντας φόβο και απελπισία.
Οι κάτοικοι διαμαρτύρονταν έντονα, αρνούμενοι να επιτρέψουν στους λεπρούς να ζουν ανάμεσά τους. Πολλοί επιδίδονταν σε πλιάτσικο για να επιβιώσουν, καθώς κανείς δεν τους έδινε εργασία ή τροφή. Η παρουσία των λεπρών σύντομα προκάλεσε την οργή των αρχόντων. Τα πτώματα όσων δεν άντεξαν την πείνα ή τις αρρώστιες κείτονταν εδώ κι εκεί στα δρομάκια της πόλης, προκαλώντας τρόμο.
Το j378 (1378), η διοίκηση της Μαόνα αναγκάστηκε να δράσει. Έτσι, μια νύχτα, οι μισθοφόροι τους, οι Τούρκοι, συγκέντρωσαν με τη βία πολλούς από τους λεπρούς και τους οδήγησαν έξω από την πόλη. Ο Ανθέμιος μπόρεσε να ξεφύγει πέφτοντας την τελευταία στιγμή σ’ ένα κανάλι με βούρκο. Ήξερε πως δεν είχε άλλη επιλογή. Βούτηξε το κεφάλι του μέσα και κράτησε την αναπνοή του μέχρι να απομακρυνθεί το ασκέρι. Οι κραυγές όσων αντιστέκονταν αντηχούσαν στα στενά.
Κάποιοι προσπάθησαν να ξεφύγουν για λίγο, μέχρι να κυνηγηθούν και πάλι από τους ένοπλους Τούρκους ζαπτιέδες.
Από τότε, ζούσε κρυμμένος μέσα στο Κάστρο. Σε μια τρύπα κοντά στην Κρύα Βρύση. Είχε αδυνατίσει πολύ. Δεν έβρισκε τροφή και τα κουράγια του είχαν ελαττωθεί. Όσοι λεπροί απέμειναν, απελπισμένοι πια, ζήτησαν τη βοήθεια ενός καλού Χιώτη, του μισέ Πανταλέωνα ή Παντελή όπως τον φώναζαν στη γειτονιά του Κάστρου. Αυτός τους έκρυβε και τους τάιζε κρυφά από τους Γενοβέζους. Ήξερε
πολλά από τα μυστικά της Μαόνα, αφού τους προμήθευε ψάρια που έπιανε με τη βάρκα του.
«Πού τους πάνε τους λεπρούς μισέ Παντελή;» Τον ρώτησαν, «…τους σκοτώνουν;»
Ο μισέ Παντελής αντί να απαντήσει, τους ζήτησε να πάνε ένα βραδινό περίπατο για να τους δείξει κάτι σημαντικό. Οι λεπροί δεν είχαν να χάσουν τίποτα και τον εμπιστεύτηκαν. Το ίδιο βράδυ λοιπόν τους οδήγησε στην εξοχή. Μισή ώρα δρόμο, έξω από την πόλη. Τους ανέβασε σε ένα ύψωμα με πεύκα και τους είπε να περιμένουν να ξημερώσει. Απέναντι άναβαν κάποιες φωτιές. Χωρίς να μιλούν λοιπόν, έμειναν κρυμμένοι στη βουνοπλαγιά.
Όταν ξημέρωσε αντίκρυσαν κάτω στην κοιλάδα έναν οικισμό. Κάποια σπίτια, δίπλα σε μια παλιά εκκλησιά και τριγύρω ανθρώπους που ζούσαν εκεί ανάμεσα στα πεύκα. Δεν μπορούσαν να διακρίνουν πρόσωπα, αλλά οι φιγούρες, τους έμοιαζαν γνώριμες. Παρακάτω κάποιοι εργάτες έχτιζαν κι άλλα σπίτια, το ένα κοντά στο άλλο, στη σειρά. Δεν καταλάβαιναν τι συμβαίνει και ρώτησαν πάλι τον καλοκάγαθο χιώτη ψαρά.
«Τι είναι αυτά που μας δείχνεις μισέ Παντελή; Ήρθαμε να δούμε ένα χωριό, ένα καινούριο χωριό; Κι εμείς τι σχέση έχουμε με δαύτο;»
Ο μισέ Παντελής με σιγανή φωνή, τους μάζεψε και τους εξήγησε τι συμβαίνει.


«Οι Γενοβέζοι θέλουν μια καθαρή πόλη και ένα ήσυχο λιμάνι για να δέχονται τους εμπόρους και να πουλούν με άνεση τη μαστίχα. Από την άλλη φαίνεται πως πιέστηκαν από την Κωνσταντινούπολη. Δεν ξέρω, αλλά κάτι συζητιέται στα αρχοντικά τους.»
«Πιέζονται από την Πόλη;» Ρώτησε ξανά ο Ανθέμιος καθώς ήρθε στο νου του η φράση του Πρωτοσπαθάριου. «Θα φροντίσω στην τιμή μου, να περάσετε καλά…»
«Ναι, από την Πόλη…» συνέχισε ο Χιώτης. «Μπροστά σε αυτή την κρίση, αναγκάστηκαν να δράσουν και αποφάσισαν να ιδρύσουν το Λωβοκομείο εδώ. Στην κοιλάδα της Παναγίας Υπακοής, δίπλα στον Βυζαντινό Ναό και τον χείμαρρο τον Κάνδηλο, που τους δίνει νερό. Η τοποθεσία επιλέχθηκε προσεκτικά: Ήθελαν να είναι σε τέτοια απόσταση από την πόλη ώστε να περιοριστεί η επαφή των λεπρών με τον υπόλοιπο πληθυσμό, αλλά να έχει και τις στοιχειώδεις συνθήκες επιβίωσης. Επίσης να μπορούν οι ίδιοι να επισκέπτονται το χώρο, όποτε θελήσουν και να τροφοδοτούν εύκολα το Άσυλο.»
Οι λεπροί άκουγαν χωρίς να μιλούν. Χιλιάδες σκέψεις περνούσαν από το μυαλό τους. Ο μισέ Παντελής τους χτύπησε έναν έναν στην πλάτη.
«Κάμετε ότι σας φωτίσει ο Θεός!!!» τους είπε.
Καθώς απομακρυνόταν, γύρισε και τους κοίταξε άλλη μια φορά κουνώντας το χέρι του. Οι λεπροί κοίταξαν ο ένας τον άλλο και χωρίς να ανταλλάξουν κουβέντα, άρχισαν να κατηφορίζουν προς την κοιλάδα της Υπακοής.
Το μεσημεριανό φαγητό μύριζε μέχρι το απέναντι ύψωμα και τους τρυπούσε τα ρουθούνια. Η πείνα και η κούραση, τους ανάγκασε να περάσουν γρήγορα τον Κάνδηλο και να ανεβούν στην απέναντι πλαγιά που χτιζόταν το χωριό των λεπρών.
Δεν άργησαν να γίνουν αντιληπτοί από τους υπεύθυνους του χώρου. Δειλά προχώρησαν προς την μεγάλη πύλη, που άνοιξε να τους δεχτεί. Τους πλησίασαν και τους οδήγησαν ήρεμα μέσα στο άσυλο.
Ο Ανθέμιος κοίταξε γύρω του. Η πύλη του Λωβοκομείου έκλεισε πίσω του σαν φυλακή. Όμως, τουλάχιστον εδώ, δεν ήταν πια κυνηγημένος. Ανάμεσα στους κατατρεγμένους, βρήκε μια παράδοξη αίσθηση ειρήνης. Η ζωή του είχε αλλάξει για πάντα, μα δεν είχε τελειώσει ακόμα.
Ο Δημήτριος, μετά από ένα χρόνο είχε τελειώσει το χτίσιμο του ναού της Παναγίας στη σπηλιά με το Άγιο Γάλας.
Μια μέρα ένας καβαλάρης ήρθε στο χωριό και του παρέδωσε ένα αναπάντεχο γράμμα που τον χαροποίησε πολύ. Ήταν από την αγαπημένη του σύντροφο, τη Βλαχέρνα. Του έστελνε την αγάπη της και του έγραφε ότι έχει μια κόρη που τον περιμένει στην Κωνσταντινούπολη. Επίσης τον πληροφόρησε ότι ο πατέρας της φρόντισε να χτίσουν οι Γενοβέζοι ένα «Λωβοκομείο» στην πόλη της Χίου και θα πρέπει να πάει κι εκείνος σύντομα εκεί…


———————————————————————–
Βρισκόμαστε στο σωτήριο έτος 1378, όπως γράφει και η σιδερένια πόρτα του, σήμερα. Ο Ιωάννης ο Ε’, ο Παλαιολόγος, πάλευε να κρατήσει τα λιγοστά εναπομείναντα εδάφη της Αυτοκρατορίας, τριγύρω από την Κωνσταντινούπολη, υπό την απειλή των Οθωμανών. Οι Γενοβέζοι λυμαινόταν τη Χίο, χωρίς να πληρώνουν το φόρο που υποσχέθηκαν στον Αυτοκράτορα.

Τουλάχιστον έκαμαν ένα καλό. Ίδρυσαν το Άσυλο Λεπρών, το γνωστό ως Λωβοκομείο Χίου, που θα λειτουργήσει ανελλιπώς για τα επόμενα 600 χρόνια, φροντίζοντας τους ασθενείς με τη νόσο του Χάνσεν. Το έτος 1957, όλοι θεραπεύονται και η νόσος παύει να υπάρχει. Το πνεύμα του Ανθέμιου, του βυζαντινού μισθοφόρου, ήταν παρόν από την αρχή μέχρι το τέλος του ασύλου. Φαίνεται να “έζησε” ως Ιερέας
Άνθιμος Πουλάκης στη σφαγή το 1822 και ως Ιερέας (Άγιος) Άνθιμος Βαγιάνος. Στο ΤΕΛΟΣ.

Μπάμπης Κοιλιάρης

Σχετικές δημοσιεύσεις